
Σκέψεις με αφορμή το μυθιστόρημα
…τρεις Κυριακές, Δευτέρα μία….(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2025)
Θανάσης Τριανταφύλλου
Λίγο πριν φύγει από τη ζωή ο Μαρσέλ Προυστ, σε έρευνα περιοδικού , που είχε γίνει με αποδέκτες συγγραφείς, είχε απαντήσει ότι δεν έδειχνε καμιά συ-μπάθεια σε αυτούς που όλη τους η προσοχή στη συγγραφική τους δημιουργία ήταν στραμμένη στην πρωτοτυπία της φόρμας. Και δυο χρόνια πριν , απαντώ-ντας ο ίδιος σε ανάλογη ερώτηση, αφού πρώτα από μνήμης είχε απαγγείλει κάποιους στίχους του Ρακίνα, είχε καταλήξει στο σχόλιο: «Δεν βρίσκετε ότι ο Ρακίνας μοιάζει λίγο με τον κ. Πωλ Βαλερύ, ο οποίος ανακάλυψε τον Μαλέρ-μπ διατρέχοντας τον Μαλλαρμέ;». Αυτά, λοιπόν, με τον Προυστ και τις από-ψεις του, όσον αφορά στο κυνήγι αποκλειστικά της πρωτοτυπίας της φόρμας σε ένα κείμενο, που συχνά επιδιώκουν, με αρρωστημένο τρόπο, διάφοροι συγγραφείς.
Επίσης, στο βραχύβιας ζωής, της δεκαετίας του ’60, περιοδικό Πάλι , στο πρώτο του κιόλας τεύχος, θυμάμαι, είχα διαβάσει ένα κείμενο-δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ. Η πασίγνωστη μυθιστοριογράφος επιχειρούσε με το κεί-μενό της εκείνο να οριοθετήσει τον τρόπο με τον οποίο θα γραφόταν ένα μυ-θιστόρημα στο μέλλον. Μάλιστα, προσδιόριζε τον χρόνο της προσδοκώμενης νέας μορφής τού μυθιστορήματος εκεί προς τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Ίσως και λίγο μετά. Έγραφε: «Είναι … πιθανό πως ανάμεσα στα υποτιθέμενα μυθιστορήματα θα υπάρξει κάποιο που δεν θα ξέρουμε σχεδόν πώς να το βαφτίσουμε, θα είναι γραμμένο σε πρόζα, όμως σε μια πρόζα που θα έχει πολλά χαρακτηριστικά της ποίησης. Θα έχει αρκετά από την έξαρση της ποίη-σης, αλλά αρκετά επίσης από την τετριμμένη μορφή του πεζού λόγου. Θα εί-ναι δραματικό (στην θεατρική έννοια), όμως δεν θα είναι θεατρικό έργο. Θα διαβάζεται, δεν θα παίζεται». Και παρακάτω στο ίδιο κείμενό της η Γουλφ έ-γραφε: «Λοιπόν, το μυθιστόρημα ή ορισμένα είδη μυθιστορήματος που θα γραφούν στο μέλλον θα αναλάβουν ορισμένες λειτουργίες της ποίησης. Θα μας δώσουν τις σχέσεις των ανθρώπων με την φύση, με την μοίρα, με τις ει-κόνες, με τα όνειρα, αλλά θα μας δώσουν επίσης και τον σαρκασμό, τις αντι-θέσεις, τις αμφιβολίες και τις οικειότητες, την πολυπλοκότητα της ζωής. Θα αποτυπώνουν το καλούπι, όμως και την ουσία όλων αυτών των περίεργων και ασυμβίβαστων υλικών που συνιστούν τις ιδέες του ανθρώπου, την εξέλιξη και την διάδοσή τους ». Αφού αναφέρει και άλλα πολλά, στην προτελευταία παράγραφο του κειμένου της έγραφε: «Και παρόλο που μόλις διακρίνω μα-κριά στον ορίζοντα αυτόν τον συγγραφέα, μπορώ να βεβαιώσω πως θα ευρύ-νει σε τέτοιο βαθμό την ακτίνα δράσης του, ώστε να φτάσει να δραματοποι-ήσει ορισμένες επενέργειες, που παίζουν όμως ένα μεγάλο ρόλο στη ζωή και που ως τώρα διέφυγαν απ’ τους μυθιστοριογράφους μας. Η δύναμη της μου-σικής, ο οραματισμός, ο αισθησιασμός, η εντύπωση που μας προκαλεί ένα δέ-ντρο, ένα παιχνίδι χρωμάτων, η αίσθηση του πλήθους, τα μίση, οι σκοτεινοί φόβοι που γεννιούνται κατά εντελώς άλογο τρόπο, σε ορισμένα μέρη και ορι-σμένους ανθρώπους, η χαρά της κίνησης, το μεθύσι του κρασιού. Κάθε στιγμή είναι κέντρο και ο τόπος συναντήσεως εξαιρετικών ενοράσεων, που ως τώρα ουδέποτε εκφράστηκαν. Η ζωή είναι πάντα αναποφεύκτως πιο πλούσια απ’ ό,τι δοκιμάζουμε να εκφράσουμε. Και δεν μου χρειάζεται μεγάλο ταλέντο προφήτη, για να είμαι βέβαιη πως αυτός που θα αναλάβει να γράψει αυτό το βιβλίο, που μόλις σκιαγραφήθηκε πιο πάνω, θα χρειαστεί όλη του τη δύναμη και το κουράγιο του».
Ας φύγουμε, όμως, από το τι είπε ο Μαρσέλ Προυστ και τι έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ -σπουδαίοι και ξεχωριστοί δημιουργοί και οι δυο- κι ας έλθουμε στα δικά μας. Αν εξαιρέσουμε το βιβλίο, που σήμερα μας απασχολεί εδώ, σας εί-ναι γνωστό, πιστεύω, ότι από το ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ήδη έχουν κυκλοφορήσει και τρία άλλα μου βιβλία, τα οποία είναι ήδη καταλογογραφημένα σε πανεπιστημια-κές, δημοτικές, δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Ένα τους, μάλιστα, το ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ 2014), χρησιμοποιήθηκε επί σει-ρά ετών και ως ένα των εγχειριδίων διδασκαλίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Αν ξεκίνησα την ομιλία μου με κάποιες από τις απόψεις του Μαρσέλ Προυστ και της Βιρτζίνια Γουλφ, το έκανα -θεωρώ- για να σκιαγραφήσω το καθοδηγητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ήθελα και θέλω να κινηθώ, με τη δια-μόρφωση της φόρμας και του όποιου στυλ γραφής μου, με μια όποια ελεγχό-μενη ‘πρωτοτυπία’ (αν, ενδεχομένως, θα μπορούσε να διαπιστωθεί κάποια τέτοια). Η προσπάθεια και η προσδοκία μου ήταν αυτή, αφού συμφωνήσουμε -κατά κάποιο τρόπο- στο ότι γνωρίζουμε πως το κάθε μας λογοτεχνικό κείμενο, θέλοντας και μη, κουβαλάει στοιχεία από τα πολλά πριν διαβάσματά μας και από τις μικρές ή τις μεγάλες επιρροές πολλών προηγούμενων χρονικά από μας δημιουργών. Το δήλωσε ξεκάθαρα αυτό ο Μαρσέλ Προυστ, όταν απάγ-γειλε από μνήμης στίχους του Ρακίνα. Κι ο Γιώργος Σεφέρης το διατύπωσε κα-θαρά, όταν έγραψε στα Τρία κρυφά ποιήματα, (στο Στ’), ότι:
[…]
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα 5
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί. 10
τα λόγια μας είναι πολλών ανθρώπων λόγια
[…]
Παράλληλα, οι από παλιά, επίσης, διατυπωμένες σκέψεις της Βιρτζίνια Γουλφ, για την προσδοκία της και την ελπίδα της να προκύψει κάποτε ένα εί-δος νέου μυθιστορήματος, ενσωματώνοντας στη μορφή του και στο περιεχό-μενό του όλα τα στοιχεία που με λεπτομέρειες περιέγραψε στο δοκίμιό της For the common reader, όπως το διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδι-κού Πάλι, νομίζω ότι επέδρασαν μάλλον καθαρά, έστω και χωρίς να το επι-διώξω σκόπιμα, ως βιωμένες θέσεις μου στη συλλογιστική μου, στο να υιοθε-τήσω το πλαίσιο του τρόπου γραφής στο πρώτο μου αυτό μυθιστόρημα. Θέλω να πω ότι προσπάθησα να αναδείξω αλλού ποιητικές κι αλλού άλλου είδους δραματοποιημένες καταστάσεις, να προσεγγίσω και να αναδείξω ψυχολογικές καταστάσεις και πτυχές, καταστάσεις και συνθήκες διαχείρισης απώλειας λόγω θανάτου, χαρές από αναμνήσεις, διαβάσματα, τέχνη και ταξίδια και πολλά άλλα.
Πήρε πολύ χρόνο και πολλά σβησίματα και αναδιατυπώσεις το όλο εγ-χείρημα της συγγραφής του, μέχρι να προκύψει στην τελική του μορφή το βι-βλίο που βλέπετε ή το κρατάτε ήδη στα χέρια σας. Ένα μυθιστόρημα 430 σε-λίδων (μεγέθους 17×24). Ίσως παράτολμο πολυσέλιδο εγχείρημα, θα σκεφτό-ταν κάποιος, για μια πρώτη παρουσία στη δύσκολη μυθιστορηματική γραφή. Υλικό και περιεχόμενο πλούσιο, που κάλλιστα θα μπορούσε να κατανεμηθεί και να αποτελέσει δυο αυτοτελή μικρότερης έκτασης βιβλία, ως μια πραγμα-τική διλογία.
Με την επιλογή αυτή η όλη διαχείριση της μυθοπλασίας του βιβλίου έδωσε τη δυνατότητα για μια καλύτερη, πιστεύω, μορφοποίηση και σύζευξη του πλούσιου υλικού των πληροφοριών σε πολλά παράλληλα επίπεδα γρα-φής, συνδεόμενα με μια ενιαία περιγραφή γεγονότων και καταστάσεων πολ-λών πτυχών. Όλα αυτά τα επάλληλα επίπεδα αλληλοσυνδέονται κατάλληλα. Είναι συναρθρωμένα σαν μια κυκλική ανεμόσκαλα (όπως αυτές οι γνωστές κυκλικές, σιδερένιες ανεμόσκαλες, που αποτέλεσαν αγαπημένο θέμα σε πολ-λές εικαστικές δημιουργίες του σπουδαίου ζωγράφου μας Σπύρου Βασιλείου -και όχι μόνο). Η δομή αυτή σπειροειδώς δείχνει την όλη μυθοπλασία άλλοτε να ανέρχεται και άλλοτε να κατέρχεται, από επίπεδο σε επίπεδο, χωρίς ν’ α-φήνει κανένα κενό και επαναφέροντας, όπου απαιτείται, την παρουσία των ηρώων του μυθιστορήματος, σε μια δεμένη πλοκή καταστάσεων και διαλόγων με χαλαρό στυλ συζήτησης, όπου αυτό απαιτείται ή με αυστηρά επιστημονικό, πάλι, όπου αυτό απαιτείται, με μια στόχευση (που μένει να αποδειχθεί) να μην κουράζει, τελικά, τον αναγνώστη. Κάτι σαν μια θεατρική παράσταση, όπου οι διάλογοι των προσώπων διαμείβονται, αφενός, μέσα σε περιορισμένο χώρο και χρόνο του όλου σκηνικού, αλλά με πολλές αναφορές, αφ’ ετέρου, που α-νατρέχουν σε μνήμες σκηνών πόλεων και χωρών, αλλά και γεγονότων ποικί-λης μορφής και ηλικίας, αν σε κάποιο προηγούμενο σημείο της μυθοπλασίας τα πρόσωπα αυτά αναφέρθηκαν κι έπαιξαν κάποιον μικρό ή μεγαλύτερο ρό-λο. Έτσι, όλα τα γεγονότα, όλες οι αφηγήσεις, όλα τα θέματα συζήτησης, οι ψυχολογικές καταστάσεις κλπ. συμβάλλουν στη σύνθεση της τελικής εικόνας, ως κατάλληλες μικρές ταιριαστές ψηφίδες, του ενιαίου σύνθετου και «πολύ-χρωμου» παζλ της υπόθεσης και της μυθοπλασίας του μυθιστορήματος.
Αυτό προσπάθησα να παρουσιάσω με το βιβλίο μου (μένει να αποδει-χθεί αν το πέτυχα, βέβαια), να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα πολυεπίπεδη. Και το χάρηκα ως μια περιπέτεια πολύμηνης γραφής και δημιουργίας του. Η ποίηση ήταν σε προτεραιότητα στις πριν προτιμήσεις μου απ’ ό,τι ο πεζός λό-γος (η πρόζα). Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που συχνά κατέφυγα σε δάνεια, με διάφορες αφορμές, από την ποίηση είτε στις αρχές όλων των κεφαλαίων του βιβλίου, όπου πάντα υπάρχει κάποιο αυτοτελές ποίημα ή απόσπασμα ποιήμα-τος, είτε ενδιάμεσα στο κείμενο του βιβλίου, δίνοντάς του συχνά ένα ποιητικό χρώμα.
Ελπίζω, τώρα, που και το βιβλίο αυτό έφυγε από τα χέρια μου, όπως και τα προηγούμενά μου, και είναι στην κρίση και τη δικαιοδοσία του αναγνώστη, δηλαδή στη δική σας δικαιοδοσία, -ελπίζω- να το χαρείτε όλοι και όλες σας, ως αποτέλεσμα μιας δημιουργίας αγάπης από τη μεριά μου κι ενός γόνιμου -θέλω να πιστεύω- πειραματισμού μου στη μυθιστορηματική γραφή. Θα απο-τελούσε ιδιαίτερη χαρά για μένα, αν πετύχαινε να χαρακτηρισθεί έστω και ως ένα ελάχιστο δώρο ανάγνωσης. Το εύχομαι, τουλάχιστον, να συμβεί αυτό, διαισθανόμενος έντονα την όποια θεμιτή προσωπική μου αμηχανία και αγω-νία, αν η συνταγή και η επιλογή αυτής της γραφής μου έφερε το προσδοκώμε-νο θετικό και όμορφο για όλους αποτέλεσμα! Αισθάνομαι και το λέω, όπως οι σεφ που, παρά τη μαστοριά και τα γνήσια υλικά της συνταγής, που χρησιμο-ποίησαν, για να ετοιμάσουν ένα ελκυστικό και ζηλευτό πιάτο, είναι πάντα ε-κτεθειμένοι στα γευστικά γούστα των ανθρώπων, οι οποίοι καλούνται να δο-κιμάσουν το τελικό αποτέλεσμα. «Τhe proof of the pudding is in the eating», όπως λέει μια αγγλική παροιμία. Δηλαδή στην πράξη φαίνεται τι αξίζει κάτι.
Το σύντομο κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μάς προδιαθέτει σε ποιον κόσμο αναμένει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια να βαδίσουν, σελί-δα-σελίδα, διαβάζοντας το βιβλίο. Δε χρειάζεται να αναφερθώ, έστω και συ-νοπτικά, πάλι, στην υπόθεση του μυθιστορήματος. Οι επιδράσεις για το εγχεί-ρημά μου ήταν πολλές και διαφορετικές. Εξάλλου, ο Μαρσέλ Προυστ στο Η-μέρες Ανάγνωσης το επισήμανε αυτό. Κι ο Harold Bloom, παρότι για την ποίη-ση μιλώντας, έγραψε πως «… η ποιητική επίδραση δεν κάνει αναγκαστικά τους ποιητές λιγότερο γνήσιους, το ίδιο συχνά τους κάνει περισσότερο γνή-σιους, αν και όχι υποχρεωτικά καλύτερους…» , συμφωνώντας κι εγώ με αυτό (όσο μπορεί να μετρήσει και με όσο βάρος έχει κι η δική μου συμφωνία στην παραπάνω άποψη του Bloom, φυσικά), θέλω να επεκτείνω την ουσία αυτής της σκέψης του και στον χώρο της πρόζας, στον χώρο του μυθιστορήματος. Ναι, σκέφτομαι πως …και η επίδραση της μυθιστορηματικής γραφής δεν κάνει τους μυθιστοριογράφους λιγότερο γνήσιους, ίσως συχνά τους κάνει και πιο γνήσιους, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι θα είναι και καλύτεροι από αυτούς από τους οποίους δέχτηκαν επιδράσεις και επιρροές.
Όπως καταλαβαίνετε, προσπαθώ να λειάνω και να ομαλοποιήσω τις όποιες δικές μου επιρροές, από προηγούμενους μυθιστοριογράφους του εί-δους, και να καταλαγιάσω τη θεμιτή αγωνία μου, αν -πέρα από την πρόθεση της γνησιότητας της γραφής μου- το αποτέλεσμα, αυτό που ήδη κρατάτε στα χέρια σας είναι και καλό, ώστε να συμβάλλει λιγότερο ή περισσότερο επιδρα-στικά και σε επόμενα ενδεχομένως εγχειρήματά μου, στο μέλλον. Αυτό μένει προς απόδειξη….. Πρόβλημα ανοιχτό που λέμε οι μαθηματικοί -και όχι μόνο-.
Ήδη ανέφερα ότι δε χρειάζεται να πάμε σε μια εκ νέου συνοπτική πα-ρουσίαση της μυθοπλασίας του βιβλίου. Το έχουν κάνει αυτό με τον τρόπο τους οι ομιλίες που προηγήθηκαν της δικής μου και ευχαριστώ πολύ γι’ αυ-τό.
Θα πω μόνον ότι στο μυθιστόρημα παρελαύνουν στις συζητήσεις της συντροφιάς, με διάφορες αφορμές, ονόματα, όπως αυτά του Έλιοτ, του Ντο-στογιέφσκι, του Χέρμαν Έσσε, του Σεμπρούν, του Θερβάντες, του Σαραμά-γκου, του Πεσσόα, των Προυντόν, Φουριέ, Σταντάλ, Ντε Μόργκαν, Φερμά, Γουάιλ, Ατίγια, Πονσελέ, Μoνζ, Χάρντυ, Κορμπέ, των αδελφών Λυμιέρ και πολλών άλλων.
Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου έχει στην προμετωπίδα του ποιήματα ή αποσπάσματά τους από κορυφαίους ποιητές μας. Άλλοτε έχουν μικρά απο-σπάσματα από άλλα κείμενα, που δένουν με το υλικό και την εξέλιξη του κάθε κεφαλαίου στο οποίο είναι προμετωπίδες.
Συχνά ανακαλούνται, επίσης, διακριτικά, μνήμες τοπικής ιστορίας σε κάποια σημεία της όλης μυθοπλασίας, με πολιτικούς που διαμόρφωσαν θετικά και αρνητικά και τα δικά μας (της χώρας μας, δηλαδή) πράγματα.
Το Α’ Μέρος του βιβλίου τελειώνει με τραγικό τρόπο. Δε σας λέω πε-ρισσότερα, για να μη σας στερήσω την όποια έκπληξη από τη δική σας, ως αναγνωστών, περιδιάβαση του βιβλίου.
Το Β’ Μέρος κινείται σε μια ονειρική κατάσταση, σε ένα περιβάλλον ομιχλώδες και βαρύ, με αναλαμπές από αναδρομές στο παρελθόν, με αναπο-λήσεις σε ωραίες στιγμές ζωής, σε περιγραφές γεγονότων ιστορικών και ταξι-διωτικών εντυπώσεων, σε ψηφίδες μιας όμορφης και γεμάτης ζωής του Δημή-τρη και της Ιόλης, βασικών πρωταγωνιστικών χαρακτήρων του βιβλίου, σε ένα περιβάλλον πια απώλειας, τύψεων και κατάθλιψης και σε μια ζηλευτή προ-σπάθεια των υπολοίπων χαρακτήρων της παρέας των ηρώων του βιβλίου να ανατάξουν τον Δημήτρη, που ζει το δράμα του, να τον επαναφέρουν στις χα-ρές της ζωής. Θα το καταφέρουν; Αφήνεται ως ένα ανοιχτό ερώτημα, ίσως για μια επόμενη προσπάθεια γραφής, που θα μπορούσε υπό όρους να λειτουργή-σει ως μια ουσιαστική τριλογία στην έως τώρα άτυπη διλογία του … τρεις Κυ-ριακές, Δευτέρα μία….
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
Θ. Τ.


