
Η κριτική της Βάλιας Τσάιτα Τσιλιμενη.
Θα ξεκινήσω – παραδόξως ίσως – από τον τίτλο (ορισμένοι τον αφήνουν για το τέλος). Ωστόσο, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση ο τίτλος της συλλογής αποτελεί βασικό κλειδί για τη συνολική περιήγηση του βιβλίου της Μαρίας – που είναι το πρώτο της ποιητικό και της εύχομαι ολόψυχα ν’ακολουθήσουν κι άλλα. ΑΝΤΙ-στροφή λοιπόν, με κεφαλαία το πρώτο συνθετικό στο εξώφυλλο – αλλά και ο τίτλος του τρίτου ποιήματος της συλλογής. Αρχικά θα έλεγα πως το «ΑΝΤΙ» προ-ανακοινώνει από τη μια πλευρά μια διάθεση και επιθυμία αλλαγής που συμβολικά επιβεβαιώνει το τρίτο ποίημα που ακολουθεί. Από την άλλη πλευρά αναδεικνύει έναν ας τον πούμε επαναστατικό άξονα ο οποίος συχνά στο σύνολο του βιβλίου παρακολουθεί τόσες στιγμές στην ιστορία της γυναίκας (κυρίως) όπου μια προσωπικότητα είπε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο «φτάνει πια». Δίχως φυσικά να παραλείψουμε το τελευταίο ποίημα της συλλογής που ναι μεν τιτλοφορείται «επαναληπτικό», αλλά τελειώνει με την εξής στροφή: «Στο ξημέρωμα/ ο μεντεσές που έπρεπε να σφίξει/ απόφαση οριστική». Μέσα και μετά από το σύνολο των αφηγήσεων και των ποιητικών διαδρομών, φτάνουμε ως αναγνώστριες και ως αναγνώστες μπροστά σε μια πόρτα που πρέπει είτε ν’ανοίξει, είτε να κλείσει – ενδιάμεσοι σταθμοί δεν υπάρχουν, η απόφαση πρέπει να είναι οριστική.

Την ποιήτρια φαίνεται να την απασχολεί ιδιαίτερα η συνθήκη της μεταβολής, της μετατροπής και δίνει στους όρους αυτούς πολλαπλή σημασία. Άλλοτε τους αντιμετωπίζει ως ανάγκη διαφυγής από τον εαυτό (13), άλλοτε ως ξάφνιασμα ( – μεταβολή της σκέψης): «οι νεκροί δε θρηνούν τους ζωντανούς» (12), άλλοτε ως μεταμόρφωση – περίπου σε κάθε περίπτωση που διαλέγεται με γυναικείες προσωπικότητες των περασμένων αιώνων, νέα ανάθεση ευθυνών απέναντι σε κάποιο μείζον ζήτημα: «Μα όχι/ εσύ μπήγεις το μαχαίρι στο κέντρο του τραπεζιού/ και χώνεις τη μύτη σου στη σχισμή/ να ρουφήξεις την ιστορία του ξύλου, του δέντρου, του χώματος, της γης,/ τέτοια ξέρεις, τέτοια κάνεις./ Μια ζωή ίδιος» (48), κλπ. Είναι ακριβώς αυτό το «ΑΝΤΙ» που τόσο μεγάλη σημασία έχει για την ποιήτρια και ταυτοχρόνως συχνά για την ποιητική φωνή, το ποιητικό κείμενο που κάθε φορά ντύνει ένα ποίημα. Κι αυτό γιατί στα κεφαλαία τονίζει την ανάγκη να υπάρξει, στην αρχή της λέξης βαφτίζεται ως επιθυμία και ανάγκη πρωταρχική, όπως επίσης και τοποθετημένο και ως ποίημα μέσα στο σώμα του βιβλίου ενσαρκώνεται και έτσι δε μπορεί κανείς ν’αμφισβητήσει πως υπήρξε, πως δύναται να υπάρξει, πως δε στέκει μοναχά ως θεωρία. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει ν’αναρωτηθούμε πώς πραγματώνεται στην επιθυμία και στην πράξη η αντι-στροφή στην οποία μας καλεί η ποιήτρια; Σίγουρα με πολλαπλούς τρόπους αλλά κυρίως, αυτό που προσωπικά θεωρώ πιο ενδιαφέρον είναι η ποικιλία των διαδρομών στις οποίες μας εκθέτει: αντιστροφή από τη συνήθεια στην αλλαγή, από τα όνειρα στην πράξη, από την επιθυμία στη ρεαλιστική δομή, από τον εαυτό που μέχρι πρότινος ήξερα (είτε τον ενέκρινα είτε όχι) στον εαυτό που με καθιστά ουσιαστικότερα ελεύθερη, από την ανευθυνότητα στην ευθύνη, από την κρίσιμη στιγμή στην κριτική στάση, και πολλά άλλα.
Εδώ έχει μια σημασία να πούμε πως το βιβλίο της Μαρίας χωρίς να χωρίζεται ακριβώς σε δύο μέρη, εξελίσσεται σε δύο επίπεδα: θα έλεγα πως το πρώτο είναι κι αυτό που καλύπτει και αφορά το μεγαλύτερο μέρος του. Είναι το επίπεδο που αφορά το άτομο αυτό καθεαυτό, το εκάστοτε ποιητικό υποκείμενο, τα βιώματα που το διαμορφώνουν και το καλούν – ή όχι προς την αλλαγή, το τραύμα, την αφήγηση του εαυτού. Το δεύτερο επίπεδο είναι εκείνο που φέρνει στο προσκήνιο γνωστές και ως επί το πλείστον γυναικείες (όπως προανέφερα) προσωπικότητες με τις οποίες διαλέγεται ξεκάθαρα η ποιητική φωνή, άλλοτε προσπαθώντας να παρακολουθήσει τη διαδρομή τους – την αφανή ωστόσο για το ευρύ κοινό, εκείνη που πιθανότητα δε δόθηκε από την ιστορία, κι άλλοτε για ν’ανοίξει διάλογο μαζί τους στο εδώ και στο τώρα. Διάλεξα για σήμερα το βράδυ μια σειρά από στίχους που βρίσκουμε στα πολύ συγκεκριμένα αυτά ποιήματα για να σας δώσω μια πτυχή του καμβά που στήνει με τις λέξεις της η Μαρία – ικανού να σας καλέσουν σ’αυτή τη διαλεκτική και ίσως να σας παροτρύνουν να τη συνεχίσετε μια μέρα. Διαβάζουμε λοιπόν τα εξής:
- Στο ποίημα της Σαρλότ (20): «Δηλαδή ένα πρωινό/ έφυγες μαζί με το μωρό σου; ενώ δεν υπήρχε δρόμος/ […] ζωγράφισες με το δάχτυλο στον αέρα το εισιτήριο της φυγής/ […] εδώ κι έναν αιώνα/ ακολουθώντας το δρόμο σου/ περνούν μέρες που λυγίζουμε/ […] μα ξέρεις;/ ναι/ ξέρεις/ θα φτάσουμε.
- Στο ποίημα της Καμίλ (22): «[…] μια γυναίκα γλυπτό από πάγο/ […] μέτρησες κάθε πόντο του δέρματός σου/ το έμαθες από την αρχή μέσα στα χέρια του -/ σπουδή για τα γλυπτά σου […] οι ώρες της ζωής σου ένας σωρός/ από σπασμένα μάρμαρα στα πόδια σου-/ τρέμεις […]/ ο κόσμος σου δεν έχει τώρα όνειρο να μπει».
- Στο ποίημα της Πλαθ (28): «- στην ανυπαρξία υπάρχεις χωρίς όρια-/ αδιαπραγμάτευτη […]/ όταν τα δόντια δαγκώνουν το μαξιλάρι μου/ μα δε χορταίνουν την ανάγκη μου […]/ κάθομαι και σκέφτομαι μετά/ πώς θα μιλάτε για μένα, πώς θα με κοιτάτε […]/ μα θέλει πολλή εξάσκηση η τέχνη τού να πεθαίνεις […]/ άρα χρειάζεται να μελετήσω και άλλο».
- Και τελικά, στο ποίημα που συνομιλεί με το ποίημα «Λύκος» της Βεντούρη (25) και στο οποίο πρωταγωνιστεί η Κοκκινοσκουφίτσα και κάθε γυναίκα που εντοπίζει στο είναι της ένα σημάδι της παραμυθίας αυτής διαβάζουμε τα εξής: «Περπατώ εις το δάσος/ και […] ό, τι αθέλητα μού φορέθηκε/ χρεώνω για λάθος, προχωρώ./ Περπατώ και το δάσος ποτίζω […] στάζει αίμα δικό μου και άλλων […] πίσω μου κι άλλες πολλές καλαθάκια πετούν/ και ουρλιάζουν στους λύκους:/ «Κυνηγέ ξεκουράσου»».
Σ’ αυτό το διαλεκτικό μέρος της συλλογής, η αντι-στροφή ηχεί ως αλλαγή σελίδας, ως στιγμή στην οποία το σύγχρονο υποκείμενο επιλέγει όχι μονάχα να μη ξεχάσει, αλλά να πορευτεί έχοντας προηγουμένως περάσει μέσα από το παρελθόν – το κοντινότερο αλλά και το απώτερο, για να μη πω και το βαθιά παραδοσιακό και συμβολικό, αυτό των παραμυθιών – προκειμένου να είναι σίγουρο πως δεν άφησε τίποτα δίχως φροντίδα και δίχως μελέτη, τίποτα που να κινδυνέψει να μείνει απρόσεκτο ενώ προηγουμένως με την ύπαρξή του φώναξε την αδικία, την ανισορροπία, την περιθωριοποίηση, την ανεπάρκεια, την αφωνία. Με αυτό τον τρόπο η ποιήτρια μας δείχνει πως γνωρίζει ότι η αλλαγή δεν είναι μοναχά μια υπόθεση νέας, λευκής σελίδας. Είναι κυρίως μια διαδρομή που προκύπτει μέσα από το χρόνο και μέσα από τη μελέτη του ό, τι ανθρώπινα προϋπήρξε. Ίσως κι αυτή τη διάσταση, την πιθανότατα συμβολική, να παίρνει η έννοια της αυτοχειρίας όπου συναντάται στη συλλογή, και τη συναντάμε νομίζω αρκετές φορές. Μ’έναν αέρα που μου θυμίζει Μεσοπόλεμο και που δε σχετίζεται με την παραίτηση αλλά συχνά με μια αλλαγή υπόστασης, μ’έναν μηδενισμό του κοντέρ που το αφορά στην καθημερινότητα και που μοιάζει να μην έχει – πρότινος – το ίδιο το υποκείμενο ρυθμίσει (24).
Προϋπόθεση της αλλαγής που αποπνέει το βιβλίο αποτελεί ένα κεντρικό σημείο που εντοπίζουμε στο ποίημα «Επίγευση» όπου στην άκρη των εμπειριών θριαμβεύει ένα «το πολύ πολύ/ να σου πω «δεν ξέρω»-». Από αυτό ακριβώς το σημείο κι έπειτα, η αίσθηση αποκτά γνώση, η εμπειρία έχει μια ελπίδα ανα-διαμόρφωσης και αντιστροφής, η ποιητική έκφραση αποκτά πολλαπλά πρόσωπα (14): της θύμησης, του μοιρολογιού, της διαμαρτυρίας, του ψαλμού, του νανουρίσματος, της ανταρσίας, του αίματος, του χαδιού, της διαφυγής, της παρηγοριάς, της μαχαιριάς, τελικά της έκθεσης και της ευκαιρίας εκείνης να δουλευτεί ο δοσμένος εαυτός αποφεύγοντας πλέον τις «συμ-πτώσεις» (17).
Κλείνοντας, εμπνέομαι και από το εικαστικό του εξωφύλλου του Βαγγέλη Αγναντόπουλου και λέω πως οι λέξεις του πρώτου αυτού ποιητικού βιβλίου της Μαρίας λειτουργούν πιθανότατα και ως καθρέφτης σκοπός του οποίου δεν είναι μονάχα η πρόσβαση στην βασική πληροφορία της (ίδιας) εικόνας, αλλά το να μπορεί κανείς να κοιτάξει το είδωλό του και από την άλλη, την αντίθετη ή την αντίστροφη πλευρά, χωρίς να λοξοδρομεί, να προσπαθεί να κρυφτεί, να δικαιολογήσει, αλλά να μετα-ποιήσει.

Γράφει ο Δημήτρης Βαρβαρήγος
Η αρχή έγινε για την Μαρία Μαλταμπέ και σε αυτό το είδος της ποιητικής τέχνης και είναι καλή καθώς η συλλογή «Αντιστροφή» αποπνέει μια φρεσκάδα φτιαγμένη από 44 ποιητικές ανάσες, (δηλ 44 ποιήματα) που προσεγγίζουν την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας. Όλα τα θέματα έχουν ειπωθεί σε επανάληψη, αλλά είναι η διαφορετικότητα δυναμικής λόγου, στο θεματικό ύφος που είναι δοσμένα τα ποιήματα της με μια ζωντανή γλώσσα, δίχως περιττές κοσμήσεις και λεκτικά φτιασιδώματα να παραπέμπουν σε αλλοτινές εποχές.
Με τρόπο αυθεντικό όπως είναι και η πραγματικότητα αναζητά, η ποιήτρια, τα πλέον κυρίαρχα στοιχεία στη ζωή μας χωρίς μορφικούς πειραματισμούς. Ο Άλλος, η συναναστροφή, η συνύπαρξη, το μοίρασμα, ο έρωτας, η αγάπη, η φύση, τα περιγράφει σε κάθε στίχο με απόλυτο εκφραστικό λόγο. Με όμορφο, στρωτό και απέριττο ύφος γραφής, άρα δυνατό και πλούσιο σε στοχαστική ικμάδα.
Απόσπασμα από το ποίημα ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ
Άκου τον αέρα πώς σέρνει /τους ψιθύρους /μακριές σιωπές εκλιπαρούν /για ακροατές /όχι, εκλιπαρούν για σένα /μυρίζουν την αγωνία σου /θαυμάζουν τις πληγές σου./ Έλα ποιητή, κάθισε /έχει ησυχία απόψε.
Η λιτότητα στην ποίηση, η απαραίτητα κατάλληλη λέξη σε κάθε στίχο που θα περικλείει το ουσιαστικό νόημα, είναι το βασικό κεφάλαιο που δίνει αξία στο ποίημα να λειτουργεί σαν καθρέφτης που φωτίζει το αληθινό, το καθημερινό, το άμεσο, με τρόπο που κάνει τον αναγνώστη να νιώθει πως κάθε στίχος θα μπορούσε να είναι δικός του, ειπωμένος σε μια στιγμή ειλικρίνειας.
Από το ποίημα ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΜΑΓΙΚΑ
Άφησε τα γυαλιά πάνω /στο ανοιχτό βιβλίο/ μου διάβαζες πριν λίγο,/ καθώς έκοβα μανιτάρια ./ Με ρώτησες αν υπάρχει μαγεία,/ πήγες να πάρεις το τηλέφωνο/ χτυπούσε επίμονα. Άφησα το μαχαίρι στο νεροχύτη/ για μαγεία θα μιλούσα την είδα στη σελίδες του βιβλίου, στο σμίξιμο των χειλιών μας, στα μανιτάρια.
Η ποιήτρια χωρίς να παραγνωρίζει τις δοκιμασμένες μεθόδους κοιτάζει πως να μας κάνει να ονειρευτούμε ακολουθώντας σε αρκετά ποιήματα το πεζόμορφο ύφος δημιουργώντας
πρωτοθώρητες εικόνες που κυλούν μπροστά στα μάτια της φαντασίας και που όλες μαζί δημιουργούν τη λυρική ψευδαίσθηση ενός άλλου κόσμου, πιο ελεύθερου, πιο ανεκτικού, ποιο πλούσιου σε συνδυασμούς αλλά και μαζί βαθύτερα πιο ανθρώπινου από τον καταγεγραμμένο και ξεδιαλυμένο δικό μας.
Ένα διαφορετικό ύφος, όποιο κι αν είναι το ειδικό του περιεχόμενο του ποιήματος, μας κάνει να περπατάμε σαν να βρισκόμαστε μέσα σε απεριόριστο όνειρο με όγκο, με βάθος και προοπτική. Αυτή είναι η υπέρτατη γοητεία στην αισθητική σκοπιμότητα της Μαλταμπέ στην ποίησης της, να αποτυπώσει τις γνήσιες στιγμές ενός αρμονικού συνταιριάσματος αλήθειας και ουτοπίας.
Ο λόγος της έχει μια δυναμική που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με περίτεχνες εικόνες ή περίπλοκες μεταφορές. Η δύναμή της βρίσκεται στην καθαρότητα. Οι λέξεις της μοιάζουν να έχουν επιλεγεί με προσοχή μέχρι να μείνει μόνο η ουσία. Αυτή η καθαρότητα δημιουργεί μια δράση που δεν φωνάζει, αλλά επιβάλλεται με την αλήθεια ενός λόγου άμεσου, σχεδόν εξομολογητικού, και ταυτόχρονα ορατού χωρίς ανεξιχνίαστα σημεία.
Παρότι είναι διαχρονικά τα θέματα που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη, τα προσεγγίζει με μια σύγχρονη καθημερινή ματιά, δίχως μελοδραματισμούς ή κάποια επιτήδευση. Αυτό το συνολικό αποτέλεσμα δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας με τον αναγνώστη, να νιώθει πως δεν διαβάζει λογοτεχνικά σκαριφήματα και να κρατά μια επιφυλακτική απόσταση που συχνά προκύπτει από τον όρο, αλλά πως συνομιλεί με μια οικεία φωνή που ξέρει να αφουγκράζεται και να παρατηρεί τα πλέον σημαντικά στοιχεία της ζωής, μέσα από εκείνη τη λεπτή και δύσκολη εν πολλοίς συνύπαρξη που φέρουν οι λεπτές ισορροπίες για να απαλύνουν δοκιμασίες, συγκρούσεις και ανάγκες και μέσα από το μοίρασμα τους να μεταμορφώνονται σε πράξεις που συμφιλιώνουν τους ανθρώπους.
Ο έρωτας και η αγάπη δεν προβάλλονται ως εξιδανικευμένοι στόχοι, αλλά με μια επίφαση πραγματικότητας, με τις ρωγμές και τις λάμψεις τους.
Η Μαλταμπέ καταφέρνει να αποδίδει με τους στίχους της όλα αυτά χωρίς να τα δυσκολεύει, να τα φορτίζει με υπαινιγμούς ή αλληγορίες. Αφήνει τα ποιήματα της να αναπνέουν, να στέκονται μόνα τους με μια αυτονομημένη ελευθερία προερχόμενη από τη σωστή διατύπωση του κάθε στίχου να αγγίξουν τον αναγνώστη με την απλότητά τους.
Η συλλογή στο σύνολό της λειτουργεί σαν μια προκαθορισμένη διαδρομή. Ξεκινά από το προσωπικά μικρό καθημερινό συναίσθημα περνώντας σε μια ευρύτερη κατανόηση των συναισθηματικών αδιεξόδων της ανθρώπινης κατάστασης.
Η δυναμική των ποιημάτων δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στον τρόπο που είναι δομημένα ώστε να αναδύουν στον αναγνώστη μια αίσθηση καθαρής τρυφερότητας.
Από το ποίημα ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΜΑΣ ΓΛΙΣΤΡΑΝΕ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ
Τα φιλιά μας γλιστράνε /σα δροσοσταλίδα σε φύλλο /σα γάλα από στήθος /σαν τη ρόδα αυτοκινήτου στο χιόνι /σα σταγόνα νερού στα χείλη θερινού μεσημεριού /σαν όνειρο στο μαξιλάρι λίγο πριν την αυγή.
Αυτή τη ζεστασιά ενός αληθινού τόπου αφήνουν στο νου, οι λέξεις της Μαλταμπέ και είναι αυτό που κάνει τη συλλογή δυνατή με καλλιτεχνική αξία και σίγουρα θα σταθεί ζωντανή στη διάρκεια του χρόνου.




