“Αγαπητέ μ@λάκα” (Cher Connard / Dear Asshole)-Σκηνοθεσία Σωτήρη Καραμεσίνη-θέατρο «μικρό Γκλόρια»


“Αγαπητέ μ@λάκα” (Cher Connard / Dear Asshole)

Το βραβευμένο μυθιστόρημα και παγκόσμιο bestseller της Γαλλίδας Virginie Despantes το οποίο έγραψε από την περίοδο της έκρηξης του «metoo» και κατά τη διάρκεια της καραντίνας του Covid19, παρουσιάζεται στο θέατρο «μικρό Γκλόρια» στην πρώτη του δραματοποίηση διεθνώς.

Η σκηνοθεσία της παράστασης με την υπογραφή του Σωτήρη Καραμεσίνη ξεδιπλώνεται αβίαστα όπως και τα σκηνικά του. Κάτω από τον φωτισμό και τις προβολές που θυμίζουν οθόνες υπολογιστή και τα «ξεχωριστά δωμάτια» απομόνωσης και περισυλλογής που μοιράζονται τον κοινό σκηνικό χώρο τα τρία πρόσωπα του έργου, βιώνονται δυναμικές σχέσεις σύγκρουσης, επανασύνδεσης, εξαρτήσεων και παθών, δίκης και απόδοσης δικαιοσύνης. Η έκπληξη είναι τεράστια καθώς από τη θέση σου ως θεατής συνδέεσαι τόσο αποκλειστικά και άρρηκτα με τα πρόσωπα και την δράση τους επί σκηνής, που παρακολουθείς με αγωνία και συγκίνηση ότι λέγεται και συμβαίνει, χωρίς να αντιληφθείς καν τον χρόνο που κυλά μέχρι το τέλος της παράστασης.

Απροκάλυπτα ρεαλιστική και ουσιαστική και η γλώσσα της δραματοποίησης που υπογράφει ο σκηνοθέτης και η κυρία Κοτανίδη. Μέσα από την δυνατή κραυγή της και τον σαρκασμό της Ντεπάντ, προβάλει με καθαρότητα τις ιδέες και τις σχέσεις των προσώπων του έργου, με ρυθμό και χιούμορ παρηγορητικό, με έναν θα λέγαμε «εξευγενισμένο» τρόπο για τις αισθήσεις και το νου του θεατή. Μέσα από την πληθώρα πολύπλοκων συναισθημάτων και συγκρούσεων οι ήρωες οδηγούνται στην αλήθεια «ως το κόκκαλο». Μέσα από αυτή την οδό της απογύμνωσης, φτάνουν στη συγχώρεση, στον εξαγνισμό και τελικά στη φιλία, που όπως λέει και η συγγραφέας «είναι η μόνη αληθινή σχέση που συνδέει τους ανθρώπους» αποδεχόμενη τις αδυναμίες τους και διατηρώντας την αξιοπρέπεια τους ταυτόχρονα.

Οι τρεις ηθοποιοί ανταπεξέρχονται στην πρόκληση των απαιτητικών ρόλων τους με τις εξαιρετικές ερμηνείες τους, που προϋποθέτουν εμπειρία στη ζωή και στο σανίδι αλλά και τόλμη για πραγματική ενδοσκόπηση. Πετυχαίνουν να αποδίδουν σε τέτοιο βαθμό το βίωμα επί σκηνής και με τόση ευστοχία που σε καθηλώνουν από την αρχή ως το τέλος. Τόσο που φεύγοντας θέλεις να ξαναδείς την παράσταση όσο «δύσκολος» θεατρικός θεατής και αν είσαι.

Το έργο «αγαπητέ μ@λάκα» αποτελεί δραματουργικά και σκηνοθετικά ένα μεγάλο θεατρικό στοίχημα που κερδίζεται, και αποδεικνύεται εντέλει διαχρονικό και ισάξιο πολλών κλασικών θεατρικών αριστουργημάτων ως προς τη σκηνική καταγραφή και τα μηνύματά του. Η παράσταση του σκηνοθέτη Σωτήρη Καραμεσίνη, μας οδηγεί να αναρωτηθούμε ειλικρινά ως θεατές και ως καλλιτέχνες για το εάν είμαστε αντάξιοι ερωτικοί σύντροφοι, συνειδητοί πολίτες, γονείς, αδελφοί, φίλοι, ακροατές, κριτικοί  ή «ινφλουένσερς» και τελικά εάν είμαστε αληθινοί άνθρωποι.

Σωτήρη πες μας…

  1. Πότε σκέφτηκες να δραματοποιήσεις αυτό το βιβλίο και γιατί;

Από τις πρώτες σελίδες που μου μετέφρασε από το βιβλίο η φίλη και συνεργάτιδα μου Εύα Κοτανίδη, ένιωσα ότι αυτό το κείμενο πρέπει να το ανεβάσουμε στην σκηνή, να φτάσει στον κόσμο όχι μόνο μέσα από το αναγνωστικό κοινό της Ντεπάντ, αλλά και από το θεατρικό κοινό.  Να βρει το μήνυμά της την θέση του στον δημόσιο διάλογο και στο νου του καθενός που θα δει την παράσταση. Στο βιβλίο της «αγαπητέ μ@λάκα» η Ντεπάντ, πραγματεύεται με ένα ακομπλεξάριστο και θαρραλέο τρόπο- όπως το συνηθίζει- σχεδόν όλες τις ιδέες και τις σκέψεις που σκεφτόμαστε αλλά δεν βρίσκουμε την δίοδο για να πούμε, να γράψουμε, να επικοινωνήσουμε, σχετικά με τον παραλογισμό της εποχής που ζούμε τα τελευταία 10-15 χρόνια. Γράφει καταιγιστικά, καταγγελτικά και αφήνει στην άκρη την υποκρισία και τα δόγματα της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας» που αποτελεί την «κοσμική Βίβλο» του 21 αιώνα κατ’ εμέ. Απελευθερωμένη λοιπόν από αυτήν τη καταπίεση της γλώσσας, της έκφρασης και κατ’ επέκταση της σκέψης της, γράφει χωρίς κόμπλεξ για το κάθε τι που απασχολεί τα βασανισμένα μυαλά μας από την τόση κατήχηση. Φυσικά κρίνει αυστηρά την κυρίαρχη σκέψη και άποψη όπως εκφράζεται κυρίως στα social media και εισχωρεί και επιβάλλεται κατ’ επέκταση παντού, σε κάθε τομέα της ζωής μας, ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων. Παράλληλα η γλώσσα της είναι γεμάτη καυστικό χιούμορ και αυτοκριτική τελικά, μιας και κατορθώνει να ξεπεράσει τον ίδιο της το παρελθόν, και να οδηγηθεί σε μονοπάτια σκέψης μεγάλης ωριμότητας. Όλο αυτό αποτέλεσε έναν τεράστιο πειρασμό για μένα ώστε να ασχοληθώ με την δραματοποίση του βιβλίου- ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και με την παραγωγή της παράστασης, πράγμα που δεν θέλω να κάνω καθόλου γενικότερα. Ο αγαπητός μ@λάκας είναι για μένα η κατάλληλη αφορμή ώστε να βγώ από μια βαθιά κρίση που βίωσα την τελευταία τετραετία στην σχέση μου με το θέατρο ως σκηνοθέτης.

  • Πως συνέβαλε η ζωή σου και το έργο σου στη Βραζιλία στην δημιουργία του θεατρικού και της παράστασης «αγαπητέ μ@λάκα» της Ντεπάντ;

Η Ντεπάντ είναι μια προσωπικότητα που σμιλεύτηκε από ακραίες εμπειρίες στην προσωπική της ζωή, και η γλώσσα της και οι απόψεις της, όπως φαίνονται τουλάχιστον από τα βιβλία και τις συνεντεύξεις της, φαίνονται εξίσου ακραίες για μένα, όπως και για δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους φαντάζομαι. Όμως αναγνωρίζω τον ακτιβισμό της μέσα στη ζωή και το έργο της- στο βαθμό που γνωρίζω κάποια πράγματα για αυτά. Αναγνωρίζω τον ακτιβισμό για τα θέματα που αυτή θεωρεί επείγοντα για την ζωή της και για την κοινωνία. Έτσι ακριβώς και η δική μου ζωή και δράση στο θέατρο και στις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο την δεκαετία που πέρασα στη Βραζιλία, φαίνεται και είναι πράγματι σε μεγάλο βαθμό μια ακραία επιλογή ζωής στα μάτια των περισσότερων ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με την ιστορία μου μέσα από την ταινία «Ευτυχισμένοι πρίγκηπες» του Πάνου Δεληγιάννη. Από αυτή την οπτική θα μπορούσε κάποιος να με αποκαλέσει άνετα ως queer προσωπικότητα-καλλιτέχνη, παρόλο που το περίεργο ή η παραδοξότητα των πράξεων μου δεν έχει σχέση με ερωτικές επιλογές ή κάτι τέτοιο. Αν το δω έτσι η επιλογή μου για εκφραστώ θεατρικά μέσα από ένα κείμενο της Ντεπάντ, η οποία είναι ξεκάθαρα μια queer προσωπικότητα- μπορώ να πω ότι είναι μια ακτιβιστική παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Νοηματοδοτεί την δράση μου ως καλλιτέχνη, μια και δεν μπορώ να καταπιαστώ με τίποτα που δεν έχει μέσα του το στοιχείο του ακτιβισμού ως προς την αλήθεια που πρέπει να λέγεται, να φωτίζεται. Μέσα από αυτή την οπτική μπορώ να πω ότι η επιλογή μου είναι μια συνεπής επιλογή μου ως προς το παρελθόν και το έως τώρα έργο μου.

  • Ποια είναι η λύτρωση για τους ήρωες αλλά και για σένα μέσα από το αυτό το έργο;

Οι ήρωες της Ντεπάντ είναι όλοι τους εξαρτημένες προσωπικότητες. Στην πρώτη ματιά μοιάζουν ίσως πιο ακραίες οι εξαρτήσεις τους από αυτές που απασχολούν τον μέσο θεατή (εάν μπορούμε καταχρηστικά να πούμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο), όμως η Ντεπάντ μας κάνει να νιώθουμε πως είμαστε όλοι μας πάνω κάτω το ίδιο εξαρτημένοι, όσο και τα πρόσωπα του έργου της. Είτε πρόκειται για αλκοόλ και άλλες εξαρτητικές ουσίες, ζάχαρη, ναρκωτικά «μαλακά και σκληρά», ηρεμιστικά κ.α, είτε η επιθυμία για δημοσιότητα, για «επιτυχία», για χρήμα, για ψεύτικα προσωπεία, για ψέματα, για ψευδαισθήσεις, για διαδίκτυο, για προβολή, για social media, μοναχικότητα, πορνό, φοβίες, σχέσεις συνεξάρτησης, κακοποιητικές σχέσεις, όλα αυτά και πολλά ακόμα ανήκουν σε διαφορετικές εξαρτήσεις που καταδυναστεύουν τους ήρωες, και περισσότερο ή λιγότερο μας καταδυναστεύουν όλους, συνειδητά ή ασυνείδητα. Η λύτρωση των ηρώων περνάει μέσα από τον πόνο, την επώδυνη συνάντηση με την αλήθεια. Η Ντεπάντ δεν αφήνει ούτε για αστείο περιθώρια για new age παυσίπονα, ούτε για αμυντικά χαρακώματα πίσω από ιδεολογίες και ψευτοταυτότητες. Τα τσακίζει όλα με το χιούμορ της. Νομίζω πως αυτή η εγχείρηση χωρίς αναισθητικό στην οποία υποβάλει τους ήρωες της η Ντεπάντ, πετυχαίνει γιατί εντάσσει στο έργο αυτή την ανθρώπινη ασπίδα, αυτό το δίχτυ προστασίας που δημιουργεί η φιλία, η σχέση των ανθρώπων, ακόμα κι αν είναι από μακριά, ακόμα και μέσα από τα μηνύματα και τα zoom. Αυτό δεν είναι η ανακάλυψη της Αμερικής, είναι κάτι που το γνωρίζει η ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια τώρα. Μόνο μέσα από την σύνδεση με τους άλλους υπάρχουμε. Προσωπικά θα παρέφραζα την γνωστή ρήση του Σαρτρ και θα έλεγα πως το μοναχικό μας, περιχαρακωμένο Εγώ είναι η κόλασή μας. Οι άλλοι είναι η λύτρωσή μας. Να όμως που πρέπει συνεχώς να μας το θυμίζει κάποιος. Και είναι ευχάριστη έκπληξη που μια προσωπικότητα σαν τη Ντεπάντ, έρχεται να μας το θυμίσει αυτό. Το θέατρο και η μουσική είναι οι δυο τέχνες που μελετώ και ασκούμαι όλη την ενήλικη ζωή μου. Και οι δύο είναι συλλογικές μορφές δημιουργίας και έκφρασης, που έχουν στη ρίζα τους τη σύνδεση, τη συνύπαρξη. Πιστεύω πως η εξέλιξη της ανθρωπότητας, η λύτρωσή μας η προσωπική αλλά και ως είδος, έρχεται μέσα από αυτήν την οδό της βαθιάς, αληθινής σύνδεσης με τους άλλους, ανεξαρτήτως περιορισμών χρόνου και χώρου. Αυτό βέβαια είναι ένα άλλο κεφάλαιο, η βιβλίο σωστότερα, για κάποια άλλη ευκαιρία συζήτησης, καθώς μπαίνουμε στον χώρο των υπαρξιακών ζητημάτων που αφορούν το τρίτο πεδίο που με απασχολεί στη ζωή μου ήδη από την εφηβεία μου. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό αντικείμενο της προσωπικής μου ενασχόλησης και των σπουδών μου, η μελέτη της θρησκείας και της θεολογία.

  • Η απόδοση των χώρων και των ρόλων ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τη μοναξιά, την απομόνωση την περίοδο του κορωνοϊού, καθώς και τις εμμονές και εξαρτήσεις,  την κακοποίηση, την διάλυση σχέσεων, όλα αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας. Πόσο δύσκολο ήταν να γράφεις ένα έργο που το ζούμε με τη μορφή τέτοιας σκληρότητας κάθε μέρα.

Όταν κάνεις μια εργασία όπως αυτή του να δημιουργήσεις ένα θεατρικό έργο βασισμένο στο υλικό ενός βιβλίου εκατοντάδων σελίδων, βυθίζεσαι για μήνες σε ένα νοητικό και ψυχολογικό τοπίο, που αποτελεί μέρος της καθημερινότητας σου, στον ξύπνιο και στον ύπνο σου. Έτσι, κατά κάποιο περίεργο τρόπο, η συγγραφή του έργου και τα υπόλοιπα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου και μέσα σου, αποτελούν μια ενιαία εμπειρία της κάθε μέρας σου, σαν κάτι που συνεχώς βρίσκεται στον ώμο σου και σε απασχολεί, σου ψιθυρίζει. Δεν πρέπει να δίνεις μεγαλύτερη σημασία στην σκληρότητα του βιβλίου από την σκληρότητα των πολεμικών ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων. Πρέπει όμως να είσαι ευαίσθητος και να παρατηρείς, να σκέφτεσαι και τα δύο. Και η ισορροπία έρχεται όταν  κρατάς και μια απόσταση ώστε να συμβεί αυτή η συμφιλίωση με το υλικό το οποίο επεξεργάζεσαι. Μοιάζει κάπως με το πόστο του τραυματιοφορέα στο πεδίο της μάχης, πρέπει να μην αφήνεται σε συναισθηματισμούς για να είναι αποτελεσματικός, πρέπει να σκέφτεται μόνο το πως θα οδηγήσει με ταχύτητα και ασφάλεια τον τραυματία ζωντανό στο νοσοκομείο στα μετόπισθεν. Οπότε η συμπλοκή όλων αυτών των διαφορετικών εμπειριών, των δικών μου και των ηρώων του έργου, γράφοντας γίνονται η δική μου καθημερινότητα που πρέπει να φέρω σε αρμονία στο χαρτί, να τα οδηγήσω σε μια  λύση όσο γίνεται πιο απλά, χωρίς προσωπικό δράμα.

  • Το χιούμορ σώζει το θεατή, δίνει μια αίσθηση μεγάλης ελπίδας, μια βαλβίδα εκτόνωσης καταπνιγμένων συναισθημάτων πολύ επιτυχημένη. Υπήρχαν τρόποι, σκηνοθετικά τρικς ας πούμε για να το αποδώσεις αυτό; Και πρόκειται για τον προσωπικό σου τρόπο να βλέπεις τη ζωή και να αντιμετωπίζεις τα πράγματα;

Το χιούμορ των ηρώων της Ντεπάντ, ήταν «η σωτηρία της ψυχής που είναι πολύ μεγάλο πράγμα», όπως λέει και το τραγούδι, για να το θέσω απλά. Χωρίς το χιούμορ της Ρεμπέκα Λατέ- της ηρωίδας πρώην σούπερ σταρ του σινεμά και πρώην σύμβολο του σεξ, δεν θα υπήρχε τρόπος ούτε λόγος να γίνει αυτό το βιβλίο θεατρική παράσταση. Αυτό σημαίνει φυσικά πως δεν μπορείς να εξαιρέσεις ούτε κατά διάνοια το χιούμορ από την ροή του ρόλου, εφόσον ζει και αναπνέει με αυτό. Αντίθετως ως δραματουργός και σκηνοθέτης, καλείσαι να βρεις τρόπους να εισχωρήσει και να διαδράσει με όλο το δράμα της κατάστασης. Η δουλειά μου είναι να δώσω τον χώρο και τον χρόνο, την συνθήκη ώστε το χιούμορ αυτό να βγαίνει αβίαστα μέσα από την ηθοποιό που θα ερμηνεύσει τον ρόλο, ακόμα και σε αντιπαράθεση με τις πιο δραματικές στιγμές του έργου. Η αλήθεια είναι πως ζηλεύω αυτή την περσόνα, θα ήθελα πολύ να μπορώ να αντιμετωπίζω με τόσο χιούμορ τα γεγονότα, ακόμα και στην χειρότερη στιγμή. Όμως επίσης είναι αλήθεια, πως το χιούμορ είναι και για μένα μια πολύ σημαντική διέξοδος για τις μαύρες σκέψεις και τα συναισθήματα όταν συμβαίνουν τα πιο τρελά πράγματα γύρω μας. Τρικ πέρα από τον ρυθμό και τις δόσεις του χιούμορ στην δραματουργία και την σκηνοθεσία δεν υπάρχουν. Το χιούμορ είναι κάτι που το χειρίζεται αποκλειστικά ο ηθοποιός, εφόσον το κατανοεί και μπορεί να το εντάξει στον ρόλο του. Και ευτυχώς για μένα και τους θεατές της παράστασής μας, έχουμε την μεγάλη τύχη να ερμηνεύει τον ρόλο της Λατέ η Εύα Κοτανίδη, και να αφήσει το χιούμορ της Βιρζινί Ντεπάντ να ρέει στην παράσταση αβίαστα. Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία αυτής της πολύ ουσιαστικής συνέντευξης.

ευχαριστώ πάρα πολύ

Μπόνη Σοφία

6/12/2024               

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ, ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ: Σωτήρης Καραμεσίνης

ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μυρτώ Γκονη, Εύα Κοτανίδη, Ορέστης Τζιόβας

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Βιρζινί Ντεπάντ

Θέατρο:Μικρό Γκλόρια

Ιπποκράτους 7, τηλ. 2103600832

Το «Αγαπητέ μ@λάκα» παρουσιάζεται:

06/11/2024 έως 30/01/2025

κάθε Τετάρτη, Πέμπτη 21:00

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

18€ κανονικό, 15€ φοιτητικό

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑